Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sunstroke
01
ηλίαση, θερμοπληξία
an illness characterized by high fever and caused by prolonged exposure to excessive heat or sunlight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sunstrokes



























