Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sunset
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sunsets
Παραδείγματα
The sunset marked the end of a perfect day.
Το ηλιοβασίλεμα σήμανε το τέλος μιας τέλειας μέρας.
02
ηλιοβασίλεμα
atmospheric phenomena accompanying the daily disappearance of the sun
03
ηλιοβασίλεμα
the time when the sun disappears at the evening
sunset
01
διακοπτικός, τερματικός
providing for termination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
φθίνων, σε παρακμή
of a declining industry or technology
Λεξικό Δέντρο
sunset
sun
set



























