Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sunroom
01
ηλιόδωμα, χειμερινός κήπος
an enclosed space in a building, often featuring large windows or glass walls, designed to let in sunlight and provide a space for relaxation or indoor gardening
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sunrooms
Παραδείγματα
The family spends most of their evenings in the sunroom, enjoying the warmth and natural light.
Η οικογένεια περνάει τις περισσότερες βραδιές της στο θερμοκήπιο, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά και το φυσικό φως.



























