Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sunbathe
01
λιοβατώ, κάνω ηλιοθεραπεία
to lie or sit in the sun in order to darken one's skin
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sunbathe
γ΄ ενικό πρόσωπο
sunbathes
ενεστώτα μετοχή
sunbathing
απλός αόριστος
sunbathed
παθητική μετοχή
sunbathed
Παραδείγματα
During their beach vacation, they plan to sunbathe by the ocean.
Κατά τις διακοπές τους στην παραλία, σχεδιάζουν να κάνουν ηλιοθεραπεία δίπλα στον ωκεανό.
Λεξικό Δέντρο
sunbathe
sun
bathe



























