sunburned
sun
ˈsʌn
σαν
burned
ˌbɜrnd
μπερρνντ
/sˈʌnbɜːnd/

Ορισμός και σημασία του "sunburned"στα αγγλικά

01

ηλιακαμένος, κοκκινισμένος από τον ήλιο

(of skin) reddened or inflamed by being overly exposed to the sunlight
sunburned definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sunburned
συγκριτικός βαθμός
more sunburned
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

sunburned
sunburn
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store