sunday
sun
ˈsʌn
σαν
day
ˌdeɪ
ντει
/ˈsʌnˌdeɪ/

Ορισμός και σημασία του "Sunday"στα αγγλικά

01

Κυριακή

‌the day that comes after Saturday
Sunday definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Sundays
κύριο
Παραδείγματα
We often have a picnic in the park on sunny Sundays.
Συχνά κάνουμε πικ νικ στο πάρκο τις ηλιόλουστες Κυριακές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store