Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Summit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
summits
Παραδείγματα
From the summit, they could see for miles in every direction, with valleys and peaks stretching out before them.
Από την κορυφή, μπορούσαν να δουν για μίλια σε κάθε κατεύθυνση, με κοιλάδες και κορυφές να εκτείνονται μπροστά τους.
02
κορυφή, σύνοδος κορυφής
a formal meeting of leaders, especially heads of government
Παραδείγματα
Delegates from fifty countries attended the summit.
Αντιπρόσωποι από πενήντα χώρες παραβρέθηκαν στη σύνοδο κορυφής.
03
κορυφή, ακμή
the highest point of achievement or development, representing the peak of progress or success
Παραδείγματα
Climbing to the summit of the mountain was both a literal and metaphorical peak in his life.
Η ανάβαση στην κορυφή του βουνού ήταν τόσο κυριολεκτική όσο και μεταφορική κορυφή στη ζωή του.
to summit
01
φτάνω στην κορυφή, ανεβαίνω
to reach the highest point of a mountain or peak
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
summit
γ΄ ενικό πρόσωπο
summits
ενεστώτα μετοχή
summiting
απλός αόριστος
summited
παθητική μετοχή
summited
Παραδείγματα
The expedition aimed to summit several peaks in the region.
Η αποστολή είχε ως στόχο να ανέβει σε διάφορες κορυφές στην περιοχή.



























