Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suitable
01
κατάλληλος, αρμόδιος
appropriate for a certain situation or purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suitable
συγκριτικός βαθμός
more suitable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The book contains content that is suitable for young readers.
Το βιβλίο περιέχει περιεχόμενο που είναι κατάλληλο για νεαρούς αναγνώστες.
02
κατάλληλος, άξιος
worthy of being chosen especially as a spouse
Λεξικό Δέντρο
suitability
suitableness
suitably
suitable
suit



























