Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suitable
01
κατάλληλος, αρμόδιος
appropriate for a certain situation or purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suitable
συγκριτικός βαθμός
more suitable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appropriateness, evaluation, context
Παραδείγματα
The dress she chose was suitable for the formal event.
Το φόρεμα που επέλεξε ήταν κατάλληλο για την επίσημη εκδήλωση.
02
κατάλληλος, άξιος
worthy of being chosen especially as a spouse
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
suitability
suitableness
suitably
suitable
suit



























