suitable
Pronunciation
/ˈsuːtəbəl/

Ορισμός και σημασία του "suitable"στα αγγλικά

01

κατάλληλος, αρμόδιος

appropriate for a certain situation or purpose
suitable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suitable
συγκριτικός βαθμός
more suitable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The book contains content that is suitable for young readers.
Το βιβλίο περιέχει περιεχόμενο που είναι κατάλληλο για νεαρούς αναγνώστες.
02

κατάλληλος, άξιος

worthy of being chosen especially as a spouse

Λεξικό Δέντρο

suitability
suitableness
suitably
suitable
suit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store