sugared
sugared
'ʃʊgəd
σουγκαντ

Ορισμός και σημασία του "sugared"στα αγγλικά

01

ζαχαρωμένος, καλυμμένος με ζάχαρη

covered with or containing sugar 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sugared
συγκριτικός βαθμός
more sugared
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, preparation, taste
Παραδείγματα
The baker presented a tray of sugared donuts that glistened in the morning light. 

Ο φούρνος παρουσίασε ένα δίσκο με ζαχαρωμένα ντόνατς που λάμπανε στο πρωινό φως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unsugared
sugared
sugar
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store