sweetened
swee
ˈswi:
svi
tened
tənd
tēnd

Ορισμός και σημασία του "sweetened"στα αγγλικά

01

γλυκαμένος, γλυκός

enhanced with sweetness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sweetened
συγκριτικός βαθμός
more sweetened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sweetened iced tea provided a refreshing and sugary beverage on a hot summer day. 

Ο γλυκαμένος παγωμένος τσάι προσέφερε ένα δροσιστικό και ζαχαρωπό ποτό σε μια καυτή καλοκαιρινή μέρα.

Λεξικό Δέντρο

unsweetened
sweetened
sweeten
sweet
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store