sweetened
swee
ˈswi
σουι
tened
tənd
τανντ
/swˈiːtənd/

Ορισμός και σημασία του "sweetened"στα αγγλικά

01

γλυκαμένος, γλυκός

enhanced with sweetness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sweetened
συγκριτικός βαθμός
more sweetened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sweetened almond milk in the smoothie gave it a creamy and delightful sweetness.
Το γλυκασμένο γάλα αμυγδάλου στο smoothie του έδωσε μια κρεμώδη και απολαυστική γλυκιά γεύση.

Λεξικό Δέντρο

unsweetened
sweetened
sweeten
sweet
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store