Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sufi
01
σούφι, μέλος μιας ισλαμικής αίρεσης που προσπαθεί να ενωθεί με τον Θεό μέσω της προσευχής
a member of an Islamic sect that tries to become united with God through prayer, meditation, and living a simple and strict life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sufis
sufi
01
σουφικός, σχετικός με τον Σουφισμό
of or relating to the Sufis or to Sufism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























