sufferable
su
ˈsʌ
sa
ffe
rable
rəbl
rēbl

Ορισμός και σημασία του "sufferable"στα αγγλικά

sufferable
01

ανεκτός, υποφερτός

capable of being endured, though not ideal or comfortable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sufferable
συγκριτικός βαθμός
more sufferable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cold weather was sufferable with a heavy coat and scarf. 

Ο κρύος καιρός ήταν ανεκτός με ένα βαρύ παλτό και ένα κασκόλ.

Λεξικό Δέντρο

insufferable
unsufferable
sufferable
suffer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store