Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
successive
01
διαδοχικός, διαδοχικά
happening one after another, in an uninterrupted sequence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sequence, time, events
Παραδείγματα
The successive waves of immigrants enriched the cultural tapestry of the city.
Οι διαδοχικά κύματα μεταναστών εμπλούτισαν την πολιτιστική ταπετσαρία της πόλης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
successively
successiveness
successive
succe



























