acned
Pronunciation
/ˈæknɪd/

Ορισμός και σημασία του "acned"στα αγγλικά

01

ακνεϊκός, σπυριάρης

characterized by the presence of pimples or blemishes on the skin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acned
συγκριτικός βαθμός
more acned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt relieved when her acned face began to show signs of healing.
Αισθάνθηκε ανακουφισμένη όταν το ακνεϊκό της πρόσωπο άρχισε να δείχνει σημάδια επούλωσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store