acned
acned
æknd
āknd
awned

Ορισμός και σημασία του "acned"στα αγγλικά

01

ακνεϊκός, σπυριάρης

characterized by the presence of pimples or blemishes on the skin 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acned
συγκριτικός βαθμός
more acned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was often teased for his acned complexion during high school. 

Συχνά τον πείραζαν για το ακνεϊκό του δέρμα κατά τη διάρκεια του λυκείου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store