blemished
ble
ˈblɛ
μπλε
mished
mɪʃt
μιστ
/blˈɛmɪʃt/

Ορισμός και σημασία του "blemished"στα αγγλικά

01

κηλιδωμένος, ατελής

having small marks or imperfections on the skin, such as pimples, scars, or birthmarks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blemished
συγκριτικός βαθμός
more blemished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She embraced her blemished skin as part of her unique beauty.
Ενστερνίστηκε το ατελές δέρμα της ως μέρος της μοναδικής της ομορφιάς.
02

κηλιδωμένος, ελαττωματικός

having a blemish or flaw

Λεξικό Δέντρο

unblemished
blemished
blemish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store