Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stylish
01
κομψός, στυλάτος
(of a person) attractive and with a good taste in fashion
Παραδείγματα
Despite her limited budget, she managed to stay stylish by shopping for affordable yet trendy clothing.
Παρά τον περιορισμένο προϋπολογισμό της, κατάφερε να παραμείνει στυλάτα ψωνίζοντας προσιτά αλλά μοντέρνα ρούχα.
02
κομψός, στυλάτος
appealing in a way that is fashionable and elegant
Παραδείγματα
The new restaurant in town has a stylish interior design, with chic decor and comfortable seating.
Το νέο εστιατόριο στην πόλη έχει κομψό εσωτερικό σχεδιασμό, με κομψή διακόσμηση και άνετα καθίσματα.
Λεξικό Δέντρο
stylishly
stylishness
unstylish
stylish
style



























