stuck-up
stuck
stʌk
stak
up
ʌp
ap
fuck-up

Ορισμός και σημασία του "stuck-up"στα αγγλικά

01

αλαζόνας, υπεροπτικός

(used colloquially) overly conceited or arrogant 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stuck-up
συγκριτικός βαθμός
more stuck-up
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store