strum
strum
strəm
στραμ
/stɹˈʌm/

Ορισμός και σημασία του "strum"στα αγγλικά

to strum
01

κρούω, παίζω

to play a stringed instrument by sweeping the fingers lightly across the strings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
strum
γ΄ ενικό πρόσωπο
strums
ενεστώτα μετοχή
strumming
απλός αόριστος
strummed
παθητική μετοχή
strummed
Παραδείγματα
They have strummed their ukuleles together since they were kids.
Έχουν παίζει τα ουκουλέλε τους μαζί από παιδιά.
01

τσιμπήματα, ήχος από τσιμπήματα

sound of strumming
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
strums
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store