Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
striking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most striking
συγκριτικός βαθμός
more striking
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, perception, aesthetics
Παραδείγματα
She had striking features, with high cheekbones and piercing blue eyes that drew everyone's attention.
Παραδείγματα
The artist's use of bold colors created a striking contrast that drew the viewer’s eye.
Η χρήση τολμηρών χρωμάτων από τον καλλιτέχνη δημιούργησε μια εντυπωσιακή αντίθεση που τράβηξε το βλέμμα του θεατή.
Striking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
strikings
Παραδείγματα
The striking of the hammer against the metal created a loud sound.
Το χτύπημα του σφυριού στο μέταλλο δημιούργησε έναν δυνατό ήχο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
strikingly
strikingness
striking
strike



























