Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
strictly
01
αυστηρά, απολύτως
in a way that involves no exception; to a degree that is absolute
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The company strictly enforces its policy on workplace conduct.
Η εταιρεία εφαρμόζει αυστηρά την πολιτική της για τη συμπεριφορά στον χώρο εργασίας.
Παραδείγματα
The meeting was strictly focused on financial matters and avoided unrelated topics.
Η συνάντηση ήταν αυστηρά επικεντρωμένη σε οικονομικά θέματα και απέφυγε άσχετα θέματα.
Παραδείγματα
Employees are strictly prohibited from using personal devices during work hours.
Οι εργαζόμενοι απαγορεύεται αυστηρά να χρησιμοποιούν προσωπικές συσκευές κατά τις ώρες εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
strictly
strict



























