Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bestrew
01
σκαρπίζω, καλύπτω με σκόρπιση
cover by strewing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bestrew
γ΄ ενικό πρόσωπο
bestrews
ενεστώτα μετοχή
bestrewing
απλός αόριστος
bestrewed
παθητική μετοχή
bestrewn



























