streaky
strea
ˈstri:
στρι
ky
ki
κι
screaky

Ορισμός και σημασία του "streaky"στα αγγλικά

01

ριγωτός, πολύχρωμος

characterized by uneven bands or lines of different colors or textures, often giving a varied appearance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
streakiest
συγκριτικός βαθμός
streakier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, texture, visuals
Παραδείγματα
The painting had a streaky finish that added depth to the landscape. 

Ο πίνακας είχε μια ριγέ ολοκλήρωση που πρόσθεσε βάθος στο τοπίο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

streaky
streak
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store