Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
best
01
καλύτερος, ανώτερος
superior to everything else that is in the same category
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After hours of tasting, she declared the homemade pie as the best dessert at the competition.
Μετά από ώρες δοκιμασμού, ανακήρυξε την σπιτική πίτα ως το καλύτερο επιδόρπιο στον διαγωνισμό.
02
καλύτερος
(comparative and superlative of `well') wiser or more advantageous and hence advisable
best
01
καλύτερα, με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο
in the most effective or desirable way
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She swims best in freestyle events.
Κολυμπάει καλύτερα σε αγώνες ελεύθερου στυλ.
02
καλύτερα
it would be sensible
03
καλύτερα, βέλτιστα
from a position of superiority or authority
Best
01
το καλύτερο, η υψηλότερη προσπάθεια
the supreme effort one can make
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bests
02
ο καλύτερος, η καλύτερη
the person who is most outstanding or excellent; someone who tops all others
to best
01
ξεπεράσω, υπερβαίνω
get the better of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
best
γ΄ ενικό πρόσωπο
bests
ενεστώτα μετοχή
besting
απλός αόριστος
bested
παθητική μετοχή
bested



























