best
best
best
μπεστ
/ˈbɛst/

Ορισμός και σημασία του "best"στα αγγλικά

01

καλύτερος, ανώτερος

superior to everything else that is in the same category
best definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The newly opened restaurant claims to serve the best pizza in town, attracting food enthusiasts from far and wide.
Το νεοανοιχτό εστιατόριο ισχυρίζεται ότι σερβίρει την καλύτερη πίτσα της πόλης, προσελκύοντας λάτρεις της γαστρονομίας από παντού.
02

καλύτερος

(comparative and superlative of `well') wiser or more advantageous and hence advisable
01

καλύτερα, με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο

in the most effective or desirable way
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He handles stressful situations best when he takes a deep breath first.
Χειρίζεται τις στρεσογόνες καταστάσεις καλύτερα όταν πρώτα παίρνει μια βαθιά ανάσα.
02

καλύτερα

it would be sensible
03

καλύτερα, βέλτιστα

from a position of superiority or authority
01

το καλύτερο, η υψηλότερη προσπάθεια

the supreme effort one can make
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ο καλύτερος, η καλύτερη

the person who is most outstanding or excellent; someone who tops all others
to best
01

ξεπεράσω, υπερβαίνω

get the better of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
best
γ΄ ενικό πρόσωπο
bests
ενεστώτα μετοχή
besting
απλός αόριστος
bested
παθητική μετοχή
bested
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store