to bespeak
bes
ˈbɪs
bis
peak
pi:k
pik
caciqueantiqueobliquephysique

Ορισμός και σημασία του "bespeak"στα αγγλικά

to bespeak
01

υποδηλώνω, σηματοδοτώ

be a signal for or a symptom of 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
bespeak
γ΄ ενικό πρόσωπο
bespeaks
ενεστώτα μετοχή
bespeaking
απλός αόριστος
bespoke
παθητική μετοχή
bespoken
02

υποδεικνύω, δείχνω

to indicate or show something 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store