Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bespeak
01
υποδηλώνω, σηματοδοτώ
be a signal for or a symptom of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
bespeak
γ΄ ενικό πρόσωπο
bespeaks
ενεστώτα μετοχή
bespeaking
απλός αόριστος
bespoke
παθητική μετοχή
bespoken
02
υποδεικνύω, δείχνω
to indicate or show something



























