stippled
sti
ˈstɪ
sti
ppled
pəld
pēld
crippledrippled

Ορισμός και σημασία του "stippled"στα αγγλικά

01

στικτός, πιτσιλωτός

marked with small dots or spots, often used to create texture or shading in artwork or patterns 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stippled
συγκριτικός βαθμός
more stippled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
art, texture, patterns
Παραδείγματα
The artist created a stippled effect in the drawing by using tiny dots of ink. 

Ο καλλιτέχνης δημιούργησε ένα στιγματισμένο εφέ στο σχέδιο χρησιμοποιώντας μικρές κουκκίδες μελάνης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stippled
stipple
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store