Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stigmatize
01
στιγματίζω, επισημαίνω αρνητικά
to assign a negative label or societal judgment to a person, group, or characteristic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stigmatize
γ΄ ενικό πρόσωπο
stigmatizes
ενεστώτα μετοχή
stigmatizing
απλός αόριστος
stigmatized
παθητική μετοχή
stigmatized
Παραδείγματα
The media often stigmatizes individuals struggling with addiction, portraying them as weak-willed and morally corrupt.
Τα μέσα ενημέρωσης συχνά στιγματίζουν άτομα που παλεύουν με τον εθισμό, απεικονίζοντάς τα ως αδύναμης θέλησης και ηθικά διεφθαρμένα.
02
στιγματίζω, σημειώνω
to create marks or scars on the body, often intentionally, as a religious or spiritual practice
Παραδείγματα
The ritualistic tattooing performed by the tribal elders was a way to stigmatize the bodies of the young initiates, symbolizing their passage into adulthood and spiritual connection.
Το τελετουργικό τατουάζ που πραγματοποιούσαν οι πρεσβύτεροι της φυλής ήταν ένας τρόπος να στιγματίσουν τα σώματα των νέων μυημένων, συμβολίζοντας τη μετάβασή τους στην ενήλικη ζωή και τη πνευματική σύνδεση.
Λεξικό Δέντρο
stigmatize
stigma



























