Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stifle
01
πνίγομαι, ασφυκτιώ
to die or struggle for breath due to a lack of oxygen
Intransitive
Παραδείγματα
The closed room made him feel like he would stifle without fresh air.
Το κλειστό δωμάτιο τον έκανε να νιώθει σαν να θα πνιγόταν χωρίς καθαρό αέρα.
02
καταστέλλω, αναστέλλω
to suppress, restrain, or hinder the growth, development, or intensity of something
Transitive: to stifle development of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stifle
γ΄ ενικό πρόσωπο
stifles
ενεστώτα μετοχή
stifling
απλός αόριστος
stifled
παθητική μετοχή
stifled
Παραδείγματα
The strict rules and regulations served to stifle creativity and innovation within the organization.
Οι αυστηροί κανόνες και κανονισμοί εξυπηρέτησαν να καταστείλουν τη δημιουργικότητα και την καινοτομία εντός του οργανισμού.
03
καταστέλλω, συγκρατώ
to hold back or prevent oneself from expressing a reaction or acting on a feeling or emotion
Transitive: to stifle a reaction or emotion
Παραδείγματα
She stifled her laughter during the serious meeting.
Κατέπνιξε το γέλιο της κατά τη διάρκεια της σοβαρής συνάντησης.
04
πνίγω, δυσκολεύω την αναπνοή
to make someone unable to breathe properly, often by blocking their airway
Transitive: to stifle sb
Παραδείγματα
The smoke from the fire stifled them, making it hard to breathe.
Ο καπνός από τη φωτιά τους έπνιγε, καθιστώντας δύσκολη την αναπνοή.
Stifle
01
το γόνατο, η άρθρωση του γόνατος
the joint connecting the femur and tibia in a quadruped
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stifles
Παραδείγματα
The horse injured its stifle while jumping over the fence.
Το άλογο τραυμάτισε το γόνατο του ενώ πηδούσε πάνω από το φράχτη.
Λεξικό Δέντρο
stifled
stifler
stifling
stifle



























