to stifle
sti
ˈstaɪ
stai
fle
fəl
fēl
stile

Ορισμός και σημασία του "stifle"στα αγγλικά

to stifle
01

πνίγομαι, ασφυκτιώ

to die or struggle for breath due to a lack of oxygen 
Intransitive
to stifle definition and meaning
Παραδείγματα
The closed room made him feel like he would stifle without fresh air. 

Το κλειστό δωμάτιο τον έκανε να νιώθει σαν να θα πνιγόταν χωρίς καθαρό αέρα.

02

καταστέλλω, αναστέλλω

to suppress, restrain, or hinder the growth, development, or intensity of something 
Transitive: to stifle development of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stifle
γ΄ ενικό πρόσωπο
stifles
ενεστώτα μετοχή
stifling
απλός αόριστος
stifled
παθητική μετοχή
stifled
Παραδείγματα
The strict rules and regulations served to stifle creativity and innovation within the organization. 

Οι αυστηροί κανόνες και κανονισμοί εξυπηρέτησαν να καταστείλουν τη δημιουργικότητα και την καινοτομία εντός του οργανισμού.

03

καταστέλλω, συγκρατώ

to hold back or prevent oneself from expressing a reaction or acting on a feeling or emotion 
Transitive: to stifle a reaction or emotion
Παραδείγματα
She stifled her laughter during the serious meeting. 

Κατέπνιξε το γέλιο της κατά τη διάρκεια της σοβαρής συνάντησης.

04

πνίγω, δυσκολεύω την αναπνοή

to make someone unable to breathe properly, often by blocking their airway 
Transitive: to stifle sb
Παραδείγματα
The smoke from the fire stifled them, making it hard to breathe. 

Ο καπνός από τη φωτιά τους έπνιγε, καθιστώντας δύσκολη την αναπνοή.

01

το γόνατο, η άρθρωση του γόνατος

the joint connecting the femur and tibia in a quadruped 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stifles
Παραδείγματα
The horse injured its stifle while jumping over the fence. 

Το άλογο τραυμάτισε το γόνατο του ενώ πηδούσε πάνω από το φράχτη.

Λεξικό Δέντρο

stifled
stifler
stifling
stifle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store