Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stern
01
αυστηρός, στημένος
serious and strict in manner or attitude, often showing disapproval or authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sternest
συγκριτικός βαθμός
sterner
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stern teacher maintained order in the classroom with her strict rules.
Η αυστηρή δασκάλα διατήρησε τη τάξη στην τάξη με τους αυστηρούς κανόνες της.
02
αυστηρός, αμείλικτος
(of actions, policies, or statements) severe and uncompromising, often implemented to enforce discipline or control
Παραδείγματα
The new regulations imposed stern penalties for environmental violations.
Οι νέοι κανονισμοί επέβαλαν αυστηρές κυρώσεις για παραβιάσεις του περιβάλλοντος.
03
αδιάλλακτος, αμετάπειστος
not capable of being appeased, softened, or persuaded
Παραδείγματα
The judge remained stern despite the defendant's pleas.
Ο δικαστής παρέμεινε αυστηρός παρά τις ικεσίες του κατηγορούμενου.
04
αυστηρός, λιτός
plain or very simple in style or appearance
Παραδείγματα
The room had a stern, minimalist design.
Το δωμάτιο είχε αυστηρό, μινιμαλιστικό σχέδιο.
Stern
ανεπίσημο
Παραδείγματα
She joked that her stern couldn’t handle another long bike ride without a padded seat.
Αστειεύτηκε ότι ο πισινός της δεν θα άντεχε άλλη μια μεγάλη βόλτα με ποδήλατο χωρίς στρωμένο σαμάρι.
02
πρύμνη, πίσω μέρος πλοίου
the rear or aft part of a ship or boat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sterns
Παραδείγματα
The passengers gathered at the stern to watch the sunset.
Οι επιβάτες συγκεντρώθηκαν στην πρύμνη για να παρακολουθήσουν το ηλιοβασίλεμα.
Λεξικό Δέντρο
sternly
sternness
stern



























