Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sternum
01
στέρνο, οστό του στήθους
(anatomy) a long flat bone at the center of the chest that connects the ribs to the shoulder girdle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sterna



























