sternum
ster
ˈstɜ:
stē
num
nəm
nēm

Ορισμός και σημασία του "sternum"στα αγγλικά

01

στέρνο, οστό του στήθους

(anatomy) a long flat bone at the center of the chest that connects the ribs to the shoulder girdle 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sterna
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store