sterile
ste
ˈstɛ
ste
rile
raɪl
rail
abettalbimetalimperilfettle

Ορισμός και σημασία του "sterile"στα αγγλικά

01

στείρος, ασηπτικός

completely free from germs or microorganisms 
sterile definition and meaning
Παραδείγματα
The operating room must be kept sterile to prevent infections during surgery. 

Το χειρουργείο πρέπει να διατηρείται στείρο για να αποφευχθούν λοιμώξεις κατά τη διάρκεια της εγχείρησης.

02

στείρος, άγονος

(of land) unable to support the growth of plants 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sterile
συγκριτικός βαθμός
more sterile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sterile soil in the desert was unable to support any vegetation. 

Το στείρο έδαφος στην έρημο δεν μπορούσε να υποστηρίξει καμία βλάστηση.

03

στείρος, ασηπτικός

grey foxes 
04

στείρος, έλλειψη πρωτοτυπίας

deficient in originality or creativity; lacking powers of invention 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store