stereotype
ste
stɛ
ste
reo
riəʊ
riew
type
taɪp
taip

Ορισμός και σημασία του "stereotype"στα αγγλικά

01

στερεότυπο

a widely held but fixed and oversimplified image or idea of a particular type of person or thing 
stereotype definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stereotypes
Παραδείγματα
The movie relied on a stereotype of teenagers that wasn't true to life. 

Η ταινία βασίστηκε σε ένα στερεότυπο των εφήβων που δεν ήταν αληθινό στη ζωή.

to stereotype
01

στερεοτυποποιώ, ταξινομώ σύμφωνα με ένα νοητικό στερεότυπο

treat or classify according to a mental stereotype 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stereotype
γ΄ ενικό πρόσωπο
stereotypes
ενεστώτα μετοχή
stereotyping
απλός αόριστος
stereotyped
παθητική μετοχή
stereotyped
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store