to berate
Pronunciation
/bɪˈɹeɪt/

Ορισμός και σημασία του "berate"στα αγγλικά

to berate
01

μαλώνω, επικρίνω

to criticize someone angrily and harshly
Transitive: to berate sb
to berate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
berate
γ΄ ενικό πρόσωπο
berates
ενεστώτα μετοχή
berating
απλός αόριστος
berated
παθητική μετοχή
berated
Παραδείγματα
The teacher berated the students for their disruptive behavior in the classroom.
Ο δάσκαλος επέπληξε τους μαθητές για την αναστατωτική συμπεριφορά τους στην τάξη.

Λεξικό Δέντρο

berating
berate
rate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store