Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bereaved
01
πενθών, θλιμμένος
deeply saddened because of the death or loss of someone close
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bereaved family gathered for the funeral.
Η πενθούσα οικογένεια συγκεντρώθηκε για την κηδεία.
Bereaved
01
πενθούσα, θλιμμένος άνθρωπος
a person who has recently lost a loved one, especially through death
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bereaved
Παραδείγματα
The bereaved gathered at the memorial service.
Οι πενθούντες συγκεντρώθηκαν στη μνημόσυνη λειτουργία.
Λεξικό Δέντρο
bereaved
bereave



























