bereaved
be
bi
reaved
ˈri:vd
rivd
relievedsleevedperceivedaggrieved

Ορισμός και σημασία του "bereaved"στα αγγλικά

01

πενθών, θλιμμένος

deeply saddened because of the death or loss of someone close 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bereaved family gathered for the funeral. 

Η πενθούσα οικογένεια συγκεντρώθηκε για την κηδεία.

01

πενθούσα, θλιμμένος άνθρωπος

a person who has recently lost a loved one, especially through death 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bereaved
Παραδείγματα
The bereaved gathered at the memorial service. 

Οι πενθούντες συγκεντρώθηκαν στη μνημόσυνη λειτουργία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store