bereaved
Pronunciation
/bɝˈivd/

Ορισμός και σημασία του "bereaved"στα αγγλικά

01

πενθών, θλιμμένος

deeply saddened because of the death or loss of someone close
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was too bereaved to speak at the memorial service.
Ήταν πολύ θλιμμένος για να μιλήσει στη μνημόσυνη λειτουργία.
01

πενθούσα, θλιμμένος άνθρωπος

a person who has recently lost a loved one, especially through death
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bereaved
Παραδείγματα
The charity provided aid to the bereaved after the tragedy.
Η φιλανθρωπική οργάνωση παρείχε βοήθεια στους πενθούντες μετά την τραγωδία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store