acidulent
a
ˈæ
ā
ci
si
du
djʊ
dyoo
lent
lənt
lēnt
acidulant

Ορισμός και σημασία του "acidulent"στα αγγλικά

01

οξύς, ελαφρώς ξινός

having a mildly acidic taste, often slightly sour but not strongly so 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acidulent
συγκριτικός βαθμός
more acidulent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The apple had an acidulent flavor that was both refreshing and tangy. 

Το μήλο είχε μια οξύγλυκη γεύση που ήταν ταυτόχρονα δροσερή και πικάντικη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store