Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
startling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most startling
συγκριτικός βαθμός
more startling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
reaction, emotion, surprise
Παραδείγματα
The sudden clap of thunder was startling, making everyone jump in surprise.
Ο ξαφνικός κρότος της βροντής ήταν εκπληκτικός, κάνοντας όλους να πηδήξουν από την έκπληξη.
02
εκθαμβωτικός, εντυπωσιακός
(of a color) striking or unexpectedly bright
Παραδείγματα
The startling neon green sign caught everyone's attention.
Η εκπληκτική πράσινη νέον ταμπέλα τράβηξε την προσοχή όλων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
startlingly
startling
startle



























