stamina
sta
ˈstæ
stā
mi
mi
na
lamina

Ορισμός και σημασία του "stamina"στα αγγλικά

01

αντοχή, σταμίνα

the mental or physical strength that makes one continue doing something hard for a long time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Marathon runners need exceptional stamina to complete the 26.2-mile race. 

Οι μαραθωνοδρόμοι χρειάζονται εξαιρετική αντοχή για να ολοκληρώσουν τον αγώνα των 26,2 μιλίων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store