Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stagnate
01
στασιάζω, παραμένω αδρανής
to remain inactive or unchanging, leading to a lack of progress or development
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
stagnate
γ΄ ενικό πρόσωπο
stagnates
ενεστώτα μετοχή
stagnating
απλός αόριστος
stagnated
παθητική μετοχή
stagnated
Παραδείγματα
The city 's growth began to stagnate after the main factory closed down.
Η ανάπτυξη της πόλης άρχισε να σταματά μετά το κλείσιμο του κύριου εργοστασίου.
02
στασιάζω, παύω να ρέω
to come to a complete stop or remain still, typically referring to the flow of liquids
Παραδείγματα
The river seemed to stagnate in the dry season, becoming a mere trickle.
Το ποτάμι φαινόταν να σταματά την ξηρή περίοδο, γίνοντας μια απλή ρυάκι.
03
στασιάζω, δεν εξελίσσομαι
stand still
04
σταματώ να εξελίσσομαι, προκαλώ στασιμότητα
cause to stagnate
Λεξικό Δέντρο
stagnancy
stagnant
stagnation
stagnate



























