Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stagnate
01
στασιάζω, παραμένω αδρανής
to remain inactive or unchanging, leading to a lack of progress or development
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
stagnate
γ΄ ενικό πρόσωπο
stagnates
ενεστώτα μετοχή
stagnating
απλός αόριστος
stagnated
παθητική μετοχή
stagnated
Παραδείγματα
Many artists fear they'll stagnate if they don't constantly challenge themselves.
Πολλοί καλλιτέχνες φοβούνται ότι θα σταματήσουν να εξελίσσονται αν δεν αμφισβητούν συνεχώς τον εαυτό τους.
02
στασιάζω, παύω να ρέω
to come to a complete stop or remain still, typically referring to the flow of liquids
Παραδείγματα
It's crucial to ensure proper circulation in aquariums so the water doesn't stagnate.
Είναι κρίσιμο να διασφαλίζεται η σωστή κυκλοφορία στα ενυδρεία ώστε το νερό να μην σταματά.
03
στασιάζω, δεν εξελίσσομαι
stand still
04
σταματώ να εξελίσσομαι, προκαλώ στασιμότητα
cause to stagnate
Λεξικό Δέντρο
stagnancy
stagnant
stagnation
stagnate



























