stagecoach
stage
ˈsteɪʤ
steij
coach
kəʊʧ
kewch

Ορισμός και σημασία του "stagecoach"στα αγγλικά

01

ταχυδρομική άμαξα, δημοτική άμαξα

a large, horse-drawn carriage used to carry passengers over long distances, often between towns 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stagecoaches
Παραδείγματα
The stagecoach rumbled into town after a long journey. 

Το ταχυδρομικό άμαξα μπήκε στην πόλη μετά από ένα μακρύ ταξίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store