Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beneficial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beneficial
συγκριτικός βαθμός
more beneficial
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, outcome, utility
Παραδείγματα
Taking breaks during work is beneficial for productivity.
Η λήψη διαλειμμάτων κατά τη διάρκεια της εργασίας είναι ωφέλιμη για την παραγωγικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
beneficially
beneficial
benefic



























