Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Squeaker
01
κλαψιάρης, γκρινιάρης
a person childish, high‑pitched, or irritatingly immature
Disapproving
Informal
Παραδείγματα
The Squeaker laughed in a way that annoyed everyone.
Ο Squeaker γέλασε με τρόπο που ενοχλούσε όλους.
02
στενή νίκη, στενή διαφυγή
something achieved (or escaped) by a narrow margin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squeakers
03
τρίζων, τρίζον αντικείμενο
any artifact that makes a squeaking sound when used
Λεξικό Δέντρο
squeaker
squeak



























