squeaker
squea
ˈskwi:
skvi
ker
ka
ka
squealersquawkersqueezer

Ορισμός και σημασία του "squeaker"στα αγγλικά

01

κλαψιάρης, γκρινιάρης

a person childish, high‑pitched, or irritatingly immature 
squeaker definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
That Squeaker kept whining for candy. 

Αυτός ο Squeaker συνέχιζε να γκρινιάζει για καραμέλες.

02

στενή νίκη, στενή διαφυγή

something achieved (or escaped) by a narrow margin 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squeakers
03

τρίζων, τρίζον αντικείμενο

any artifact that makes a squeaking sound when used 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store