Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squawk
01
κραυγάζω δυνατά, βγάζω μια απότομη κραυγή
to make a harsh sudden scream
02
διαμαρτύρομαι δυνατά, παραπονιέμαι με δυνατή φωνή
to speak out, protest, or complain loudly, often in a disruptive or attention-getting way
Παραδείγματα
He had squawked all morning before anyone listened.
Είχε διαμαρτυρηθεί όλο το πρωί πριν ακούσει κάποιος.
Squawk
01
δριμύ κραυγή, αιφνίδια κραυγή
a harsh sudden scream
02
παράπονο, διαμαρτυρία
informal terms for objecting
Λεξικό Δέντρο
squawker
squawk



























