Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Squall
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squalls
Παραδείγματα
The sailors encountered a squall while navigating the open sea, testing their seamanship skills.
Οι ναυτικοί συνάντησαν μια θύελλα ενώ πλοηγούνταν στην ανοιχτή θάλασσα, δοκιμάζοντας τις ναυτικές τους ικανότητες.
to squall
01
κραυγάζω, φωνάζω
to utter a sudden, loud, or harsh cry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squall
γ΄ ενικό πρόσωπο
squalls
ενεστώτα μετοχή
squalling
απλός αόριστος
squalled
παθητική μετοχή
squalled
Παραδείγματα
The baby squalled when the nurse picked him up.
Το μωρό φώναξε όταν η νοσοκόμα το σήκωσε.
02
τσιρίζω, ουρλιάζω
to produce continuous high, sharp, or whining noises
Παραδείγματα
The machinery squalled as the gears ground together.
Ο μηχανισμός τσίριζε καθώς τα γρανάζια τρίβονταν μεταξύ τους.
03
φυσά ξαφνικά και βίαια, ξεσπά σε κύματα
(of wind or storm) to blow suddenly and violently for a short period
Παραδείγματα
The wind squalls across the harbor before the rain begins.
Ο άνεμος σφοδρόπνει στο λιμάνι πριν αρχίσει η βροχή.



























