Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Squall
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squalls
Παραδείγματα
The plane experienced turbulence as it passed through a squall, causing a brief period of discomfort for the passengers.
Το αεροπλάνο βίωσε αναταράξεις καθώς περνούσε μέσα από μια καταιγίδα, προκαλώντας μια σύντομη περίοδο δυσφορίας για τους επιβάτες.
to squall
01
κραυγάζω, φωνάζω
to utter a sudden, loud, or harsh cry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squall
γ΄ ενικό πρόσωπο
squalls
ενεστώτα μετοχή
squalling
απλός αόριστος
squalled
παθητική μετοχή
squalled
Παραδείγματα
He squalled at the top of his lungs until someone listened.
Αυτός φώναξε με όλη του τη δύναμη μέχρι κάποιος να τον ακούσει.
02
τσιρίζω, ουρλιάζω
to produce continuous high, sharp, or whining noises
Παραδείγματα
The gulls squall loudly over scraps of food.
Οι γλάροι κραυγάζουν δυνατά πάνω από κομμάτια φαγητού.
03
φυσά ξαφνικά και βίαια, ξεσπά σε κύματα
(of wind or storm) to blow suddenly and violently for a short period
Παραδείγματα
The air squalls intermittently during the tropical season.
Ο αέρας φυσά ξαφνικά και βίαια κατά διαστήματα κατά τη διάρκεια της τροπικής περιόδου.



























