springy
sprin
ˈsprɪn
σπριν
gy
gi
γκι
/spɹˈɪŋi/

Ορισμός και σημασία του "springy"στα αγγλικά

01

ελαστικός, αναπηδών

capable of returning to its original shape quickly after being compressed or stretched
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
springiest
συγκριτικός βαθμός
springier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The springy texture of the fresh dough made it easy to shape for baking.
Η ελαστική υφή της φρέσκιας ζύμης την έκανε εύκολο να διαμορφωθεί για ψήσιμο.
02

ελαστικός, δυναμικός

(of movements) light and confidently active
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store