springy
sprin
ˈsprɪn
sprin
gy
gi
gi
stringy

Ορισμός και σημασία του "springy"στα αγγλικά

01

ελαστικός, αναπηδών

capable of returning to its original shape quickly after being compressed or stretched 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
springiest
συγκριτικός βαθμός
springier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
materials, physics, objects
Παραδείγματα
The new mattress is incredibly springy, providing excellent support and comfort. 

Το νέο στρώμα είναι απίστευτα ελαστικό, παρέχοντας εξαιρετική στήριξη και άνεση.

02

ελαστικός, δυναμικός

(of movements) light and confidently active 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

springiness
springy
spring
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store