springtime
spring
ˈsprɪng
spring
time
taɪm
taim

Ορισμός και σημασία του "springtime"στα αγγλικά

01

άνοιξη, εποχή ανάπτυξης

the season of growth 
springtime definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store