Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Springtime
01
άνοιξη, εποχή ανάπτυξης
the season of growth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
springtime
spring
time
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άνοιξη, εποχή ανάπτυξης
Λεξικό Δέντρο
spring
time